|
Ο ΚΟΥΤΣΟΣ ΣΚΥΛΟΣ
| Πηγή: Περιοδικων Καλων Νεων |
 |
Μια παραμονή Χριστουγέννων, κάποιος ταξιδιώτης φιλοξενήθηκε από μια οικογένεια εργατών. Το σπίτι ήταν φτωχικό, αλλά πεντακάθαρο. Τον ξένο υποδέχτηκε η οικοδέσποινα, καμιά τριανταριά χρονών, και τρία παιδιά. Λίγο αργότερα έφτασε και ο πατέρας. Αμέσως κάθισαν όλοι μαζί στο τραπέζι, μπροστά στην αχνιστή σούπα. Ένας μεγαλόσωμος σκύλος, που φαινότανε να είναι μέρος της οικογένειας, ήρθε και ακούμπησε το κεφάλι του στα γόνατα του ξένου, σαν να ήθελε και αυτός να τον καλωσορίσει, όπως και η υπόλοιπη οικογένεια. «Ωραίο ζώο!», λέει ο ξένος χαϊδεύοντας τον. «Αλλά γιατί κουτσαίνει; Τσακώθηκε με κάποιον άλλο σκύλο και τραυματίστηκε;». «Όχι», λέει ο πατέρας, σκύβοντας το κεφάλι. «Εγώ τον χτύπησα και έχω φοβερές τύψεις γι' αυτό». «Μα γιατί να θυμόμαστε τέτοιες ώρες δυσάρεστα πράγματα;», λέει η γυναίκα. «Γιατί είναι καλό να θυμόμαστε παραμονή Χριστουγέννων γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή μας», απάντησε ο άνδρας σκεφτικός. «Κύριε, όσο και αν μου στοιχίζει, θα σας διηγηθώ την ιστορία του σκύλου μου: Πριν από μερικά χρόνια ήμουν μια θλιβερή ύπαρξη. Η μοναδική μου ευχαρίστηση ήταν να πηγαίνω στα καπηλειά και στα καμπαρέ μαζί με τους φίλους μου. Εκεί ξοδεύαμε τα περισσότερα λεφτά μας, ενώ οι οικογένειές μας υπέφεραν. Η γυναίκα μου και τα παιδιά μου στερούνταν τα απαραίτητα. Και να 'ταν μόνο αυτό! Καμιά φορά, όταν γύριζα μεθυσμένος, τους χτυπούσα κιόλας! Ο σκύλος μου ήταν σαν να με κατηγορούσε σιωπηλά. Το καημένο το ζώο με ακολουθούσε μέχρι τα καμπαρέ και με κοιτούσε με μάτια λυπημένα. Οι φίλοι μου γελούσαν. "Κοίτα", μου έλεγαν, "ο σωματοφύλακάς σου!". Εγώ εξοργιζόμουν, τον έπαιρνα στο κυνήγι και τον έδιωχνα με τις κλοτσιές. Πριν από τρία χρόνια, μια παραμονή Χριστουγέννων, καλή ώρα σαν και σήμερα, είχαμε οργανώσει ένα φοβερό ρεβεγιόν. Ήμασταν έτοιμοι να καθίσουμε στο τραπέζι, όταν από την πόρτα που κάποιος είχε ξεχάσει ανοιχτή, μπήκε τρέχοντας ο σκύλος, άρπαξε μια φραντζόλα ψωμί και όρμηξε έξω στο δρόμο. Εγώ έτρεξα πίσω του, πήρα μια πέτρα και του την πέταξα με τέτοια δύναμη, που του έσπασα το ένα πόδι. Αυτός έβγαλε ένα βογκητό, αλλά δεν άφησε από το στόμα του το ψωμί. Τρέχοντας στα τρία του πόδια και σούρνοντας το χτυπημένο, ήρθε στο σπίτι. Εγώ τον ακολούθησα μισομεθυσμένος και λίγα λεπτά αργότερα έφτασα στο σπίτι.
Τι θέαμα λυπητερό, αλλά και συγκινητικό μαζί! Η γυναίκα μου και τα παιδιά μου είχαν πέσει με τα μούτρα στο ψωμί, ενώ ο καημένος ο σκύλος τους κοιτούσε με ικανοποίηση, γλείφοντας το πληγωμένο του πόδι. Ξαφνικά το μυαλό μου ξεθόλωσε, ένιωσα τύψεις, μετάνιωσα για όλα και λαχτάρησα να αλλάξω ζωή. "Ιωάννα, Ιωάννα μου, συγχώρεσε με!", είπα και έπεσα στα πόδια της. Εκείνη η καημένη με έσφιξε στην αγκαλιά της. Αγκάλιασα τα παιδιά μου, που δεν ήταν συνηθισμένα σε τέτοιες τρυφερότητες. Αγκάλιασα το σκύλο μου, που χωρίς να μου κρατάει κακία, άρχισε να μου γλείφει τα χέρια. Ύστερα η γυναίκα μου προσευχήθηκε και ένιωσα πως η χάρη του Θεού άγγιξε την καρδιά μου. Μου είχαν απομείνει κάποια λίγα χρήματα να πληρώσω ρεφενέ το σιχαμερό φαγοπότι. Με αυτά έτρεξα ν' αγοράσω για την οικογένεια μου ότι ήταν απαραίτητο για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, καθώς και λίγα γλυκά. Για πρώτη φορά ο Ιησούς Χριστός είχε γεννηθεί για μας. Η ειρήνη και η χαρά μπήκαν σιγά-σιγά στο σπιτικό μας και δεν ξανάφυγαν ποτέ πια. Τώρα, αν θέλετε το πιστεύετε, μετά τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου, τίποτα δεν αγαπάω στον κόσμο όσο αυτόν το σκύλο. Καθώς ο εργάτης έδινε ένα φιλί στο κεφάλι του ζώου, ο ξένος είδε ένα δάκρυ να κυλάει στο μάγουλό του. Ούτε ο ίδιος μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Για μερικά λεπτά κανείς δεν μπορούσε να μιλήσει από τη συγκίνηση. «Φίλε», λέει τέλος, «με υποδεχτήκατε τόσο ζεστά στο σπιτικό σας, που θα ήταν προσβολή, αν επιχειρούσα να σας ξεπληρώσω τη φιλοξενία σας. Όμως αυτό πρέπει να το δεχτείτε», και ακούμπησε ένα νόμισμα στο τραπέζι. «Είναι για το σκύλο. Όταν αφήσει την τελευταία του πνοή, αγοράστε με αυτό λίγα λουλούδια και βάλτε τα στον τάφο του. Πόσοι άνθρωποι τα αξίζουν λιγότερο από αυτόν!».- |
|